Η Σκόπελος κατοικήθηκε ήδη από τη Νεολιθική Εποχή. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ιδρύθηκε από τον Στάφυλο, γιο του Διονύσου και της Αριάδνης, ο οποίος της έδωσε το όνομα Πεπάρηθος. Το όνομα του Στάφυλου έχει πάρει ο σύγχρονος οικισμός που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τη χώρα και η παραλία, όπου το 1936 ήρθαν στο φως αρχαιολογικά ευρήματα της Μινωικής Εποχής. Από τους πρώτους που αποίκησαν το νησί πιστεύεται ότι ήταν Κρήτες εξερευνητές, οι οποίοι εισήγαγαν στη Σκόπελο την αμπελουργία και άλλες καλλιέργειες.

 

    Στην πάροδο των αιώνων, η Σκόπελος κατοικήθηκε από Μακεδόνες, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Ενετούς και Οθωμανούς, μέχρι τη διακήρυξη της Πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας το 1832. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κατακτήθηκε από τις δυνάμεις του γερμανικού άξονα ενώ, το 1944 εντάχθηκε διοικητικά στον νομό Μαγνησίας του διαμερίσματος της Θεσσαλίας. Στη Σκόπελο διατηρούνται ζωντανά πλήθος εθίμων και παραδόσεων, ενώ η δομή της κοινωνίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μητριαρχική. Ο πληθυσμός της δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες συνολικά.

 

    Χάρη στην αρχιτεκτονική της, με τα ψηλά και στενά πέτρινα σπίτια, τα ξύλινα μπαλκόνια και τις σκεπές από πλάκα Πηλίου, η χώρα της Σκοπέλου ανακηρύχθηκε το 1978 παραδοσιακός οικισμός. Στο νησί υπάρχουν περισσότερες από 300 βυζαντινές εκκλησίες.