Τα πευκόδαση που καλύπτουν το «πράσινο και μπλε» νησί αποτελούν στην πραγματικότητα έργο του ανθρώπου, καθώς είναι στο μεγαλύτερο τμήμα τους αποτέλεσμα αναδάσωσης ή φύτευσης πεύκων για τους σκοπούς της ναυπηγικής. Πριν από αυτήν την ανθρώπινη παρέμβαση, τη χλωρίδα του νησιού συνέθεταν τα πεύκα και διάφορα φυλλοβόλα δέντρα, μεγάλες βελανιδιές και πουρνάρια, αλλά και καλλιεργήσιμα δέντρα όπως ελιές, αμυγδαλιές, καρυδιές, καστανιές, δαμασκηνιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, μηλιές κ.α. Τα πεύκα ανήκουν στην κατηγορία των γυμνοσπέρμων, των φυτών δηλαδή που παράγουν σπόρια, τα οποία μεταφέρονται εύκολα με τον άνεμο, με αποτέλεσμα να ευνοείται η δημιουργία δασών με πυκνή βλάστηση. Τα πεύκα επικράτησαν των φυλλοβόλων, τα οποία ούτως ή άλλως δεν ευνοούσαν οι υψηλές θερμοκρασίες της θερινής περιόδου.

 

   Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν το 80% του νησιού περίπου να καλύπτεται από πυκνό πευκόδασος, σε αντίθεση με τις γειτονικές Αλόννησο και Σκιάθο. Ο αριθμός των πευκόδεντρων στο νησί υπολογίζεται μεταξύ πέντε και δέκα εκατομμυρίων, αν και σύμφωνα με τα διεθνή μοντέλα εκτιμάται στα 7-8 εκατομμύρια. Η εξάπλωση του πευκοδάσους έχει προφανώς επηρεάσει τα οικοσυστήματα του νησιού, μάλλον προς το καλύτερο, καθώς τα πεύκα όχι μόνο συγκρατούν τις φυτικές γαίες, αλλά συντηρούν και τους περιορισμένους υδάτινους πόρους του νησιού.

 

   Οι ελαιώνες και τα αμπέλια, παρότι πολύ περιορισμένα στις μέρες μας, αποτελούσαν πρωταγωνιστικό στοιχείο της σκοπελίτικης υπαίθρου όταν αυτή πρωτοκατοικήθηκε, πριν από 8.000 χρόνια (αν και σύμφωνα με πολλές πηγές, το νησί κατοικήθηκε πολύ παλαιότερα, έως και 20.000 πριν). Οι άποικοι εισήγαγαν στο νησί και διάφορα φρούτα, όπως τα εσπεριδοειδή. Παρότι κάποια είδη πανίδας μπορεί να έφτασαν τυχαία στη Σκόπελο, όπως τα ερείκη και άλλοι θάμνοι που ευδοκιμούν σε μη καλλιεργημένες εκτάσεις, τα περισσότερα είδη είναι αποτέλεσμα της καλλιέργειας από τον άνθρωπο.